Πλησιάζοντας, σκεφτόμουν που θα ήταν καλύτερο μέρος να γίνει η συγκεκριμένη συνέντευξη. Με το θερμόμετρο στους 30 με 32 βαθμούς από τις 11:00, έπρεπε να σκεφτώ κάτι που θα είναι συμβολικό αλλά και δεν θα μας καθυστερήσει. Τελικά μου ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό και μία τοποθεσία.
Το χωριό Καμαρούλα, μόλις πέντε χιλιόμετρα από την πόλη του Αγρινίου. Ένα ήσυχο μέρος με λίγους κατοίκους, δύο-τρία μαγαζάκια, μία παιδική χαρά και γενικώς ένα γραφικό σημείο μόλις 8 λεπτά από το Αγρίνιο. Η πόρτα ανοίγει και ο Αλέξανδρος Κυζιρίδης μας υποδέχεται στο σπίτι, όπου στο τέλος της σκάλας μας περίμενε μία ακόμα έκπληξη.
Ο, μόλις λίγων μηνών, γιος του με ένα τεράστιο χαμόγελο και τη σύζυγό του. Τόσο όμορφη εικόνα για δύο ανθρώπους που πέρασαν πάρα πολλά για να φτάσουν στο σημείο να μας υποδέχονται με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο. Εδώ να πούμε και μία συγνώμη για τη… μετακόμιση του πάρκου του παιδιού για να γίνει η συνέντευξη.
Όλη η ζωή του ξεδιπλώθηκε πριν καν ξεκινήσουμε, όταν έφερε τις φανέλες που έχει κρατήσει από όλη του την καριέρα. Από τον Ηρακλή μέχρι και την Εθνική Ελλάδος. Με τη σειρά, σαν να κάνει με μία ματιά ένα δικό του flashback στην καριέρα του. Από που ξεκίνησε και που έφτασε και συνεχίζει.
Στα της συνέντευξης όμως. Ο 25χρονος εξτρέμ πραγματοποίησε μία ονειρική σεζόν τόσο εντός όσο και εκτός αγωνιστικού χώρου. Πρώτα από όλα ήρθε το παιδί του στη ζωή, το οποίο είναι ότι πιο σημαντικό έχει αυτή τη στιγμή και έπειτα η τρελή πορεία με τη Χαρτς.
Από την πρώτη μέρα που πήγε στη Σκωτία μέχρι το παιχνίδι-τελικός με τη Σέλτικ όπου χάθηκε η ευκαιρία να γραφτεί ιστορία στο σκωτσέζικο πρωτάθλημα. Και το κερασάκι στην… τούρτα; Η παρθενική κλήση στην Εθνική Ελλάδος για τα φιλικά με Σουηδία και Ιταλία όπου πραγματοποίησε και το ντεμπούτο του με το εθνόσημο.
Καλά όλα αυτά αλλά τίποτα δεν είναι… ρόδινο. Τίποτα δεν του χαρίστηκε. Τίποτα δεν του δόθηκε απλόχερα. Ο Κυζιρίδης πέρασε «μαύρες» στιγμές με τον εαυτό του, άκουσε τη φράση «δεν σε θέλει καμία ομάδα» και όλα αυτά μόλις λίγους μήνες πριν έρθει το… τρένο με τη Χαρτς.
«Όταν μου είπαν να φύγω από τον ΠΑΟΚ ήταν σαν να με καρφώνουν με μαχαίρι στην καρδιά»
Όταν ο ΠΑΟΚ ήρθε και σου είπε ότι πρέπει να φύγεις…
«Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου…»
Ήταν τόσο βαρύ για εσένα ε;
«Όταν είσαι σε μία ομάδα από 7 μέχρι τα 17, δέκα χρόνια, λες ρε φίλε τι γίνεται τώρα; Ήταν το πρώτο καμπανάκι. Πήγα στα γραφεία, είχα μία συζήτηση και μου λένε ότι αν θες να μείνεις, μείνε αλλά δεν πρόκειται να παίξεις. Σαν να σου λένε φύγε. Τα μυαλά τα είχα. Δεν θα έμενα απλά για να λέω ότι είμαι στις ακαδημίες του ΠΑΟΚ. Ποιος ο λόγος; Έφυγα και ήταν λες και πήραν ένα μαχαίρι και το κάρφωσαν στην καρδιά αλλά δεν σταμάτησε η ζωή εκεί. Ήταν ένα καμπανάκι».

Πώς είχαν κυλήσει οι επόμενες μέρες μετά από αυτό;
«Εφιαλτικές. Από εκεί που έχει μπει σε μία καθημερινότητα και σε πράγματα που κάνεις, είχα κάνει πολλούς φίλους που με κάποιους έχω ακόμα επαφές. Λες τώρα τι κάνουμε; ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; που θα πάμε; πάλι από την αρχή; Μου πήρε καιρό να το καταλάβω γιατί είχα στο μυαλό μου πολλά και γενικά δεν είχα βρει κάτι. Σκεφτόμουν αν έπρεπε να ασχοληθώ με κάτι, μήπως δεν ήμουν αρκετά καλός ή γιατί με έδιωξε ο ΠΑΟΚ αλλά πολλά που περνούσαν από το μυαλό. Ευτυχώς είχα τον αδερφό μου που με βοήθησε. Μου είπε θα πάμε εδώ, θα δοκιμάσουμε το ένα, θα δοκιμάσουμε το άλλο. Με βοήθησε πολύ όπως και σε όλη την καριέρα μου. Αν δεν τον είχα, ίσως να μην έπαιζα ακόμα μπάλα».
Σε τι σκέλος σε βοήθησε;
«Στο ψυχολογικό κομμάτι. Γιατί αν σου μπει στο κεφάλι ότι δεν είσαι αρκετά καλός, άντε βγάλτο κατάλαβες; Δύσκολο πολύ. Και ειδικά όταν στο λέει ο ΠΑΟΚ όπου για πολλά χρόνια ήμουν ο καλύτερος παίκτης της ακαδημίας, είχα προτάσεις από το εξωτερικό και ήταν πολλά. Ήμουν σε καλό λέβελ για την ηλικία μου. Και ξαφνικά μου είπαν απλά δεν κάνεις, φύγε, βρες μία ομάδα».
Και η Βέροια πώς προέκυψε;
«Δεν ξέρω αλήθεια (γέλια). Ξύπνησα μία μέρα και μου λέει ο αδερφός μου να πάμε στη Βέροια. Δεν ήξερα τι ήθελα. Ήμουν χάλια αλλά επειδή ήταν κοντά στο σπίτι και ήταν μία επιλογή, είπα να πάω. Πήγα για πλάκα δεν το κοιτούσα σοβαρά».
Πώς κύλησε ο χρόνος σου εκεί;
«Δεν έμεινα πολύ, διαλύθηκε. Δηλαδή σε δύο χρόνια είχα το ίδιο σκηνικό. Διαλύθηκε η ομάδα και έτσι ακόμα ένα καλοκαίρι να βρω ομάδα. Μετά πήγα στον Παναιτωλικό. Πάω για δοκιμαστικά, αρέσω στον προπονητή, μένω. Μετά από έναν χρόνο, ο Παναιτωλικός με έδιωξε και δεν κατάλαβα ποτέ τον λόγο. Ο ένας μου έλεγε πάμε μαζί, συνεχίζουμε, στηρίζομαι σε εσένα και την επόμενη εβδομάδα μου είπαν ότι στον προπονητή δεν του κάνεις. Έμεινα πάλι στον αέρα. Και λέω ρε φίλε, τέλος. Να τη κόψω τελείως μετά τον Παναιτωλικό. Είχα γνωρίσει και τη γυναίκα και ήταν διπλό το σοκ. Ήμασταν 5-6 μήνες μαζί και έμενε στο Αγρίνιο. Περνούσαμε πολύ καλά και έρχεται σε μία στιγμή που ήταν τέλος Αυγούστου. Δεν είχα και μέρες να βρω άλλη ομάδα. Και είπα τέλος. Ξεκίνησα διαδικασίες για να μπω στρατό σκέψου».
Ο αδερφός σου τι είπε;
«Ο αδερφός μου τρελάθηκε. Μου είπε να πάω μαζί του στον Λαγκαδά. Με τα χίλια ζόρια στη Γ’ Εθνική. Με όλο τον σεβασμό στην ομάδα, βλέπω απίστευτα πράγματα. Είπα δεν υπάρχει περίπτωση να παίξω σε αυτή την κατηγορία. Όσα λεφτά και να μου δώσουν, δεν πρόκειται να παίξω στην κατηγορία. Μου έλεγε ο αδερφός μου να πάω μαζί του και θα βγαίνει εκείνος, θα μπαίνω εγώ. Εγώ δεν ήθελα με τίποτα. Είχα μπει να μπω στον στρατό και μετά θα δω τι θα κάνω. Τελικά μου ακύρωσαν τη διαδικασία για να μπω στρατό και μετά μου έλεγε να κάνω υπομονή. Έφτασε Νοέμβριος και δεν είχα βρει τίποτα. Δηλαδή για 2-3 μήνες δεν έκανα τίποτα. Δεν είχαν άτομα να κάνουν προπόνηση και του είπα “τέλος, φεύγω”. Κακό γήπεδο, μπάλες δεν είχε, φανελάκια δεν είχε, μαζευόμασταν 8 άτομα. Δεν ήταν αυτό το ποδόσφαιρο. Δεν μπορούσα να παίξω αυτό το ποδόσφαιρο. Άλλο να είσαι σε μία ομάδα με στόχο να ανέβεις στη Β’ Εθνική και άλλο να μην μπορείς να παίξεις. Να μην υπάρχει μία σοβαρότητα. Υπάρχουν παιδιά που φτάνουν 30 χρονών και να μην πληρώνονται καν στην ώρα τους. Δεν θα έχουν ευρώ στην άκρη και δεν θα ξέρουν να κάνουν κάτι άλλο στη ζωή τους. Εγώ δεν μπορούσα να γίνω έτσι. Ήμουν 18 ετών, έλεγα κάτι θα μάθω μέχρι τα 22. Να βρω κάτι να κάνω».
Κάποια στιγμή θα φορέσω ξανά τη φανέλα του Ηρακλή
Και πώς άλλαξες γνώμη;
«Τελικά ο αδερφός μου ήρθε κάποια στιγμή και μου είπε ότι βρήκε μία άκρη. Να πάω στον Ηρακλή για δοκιμαστικά. Πήγα εκεί, άρεσα πολύ και με κράτησαν. Και έτσι ξεκινούν όλα. Από τον Ηρακλή ουσιαστικά ξεκίνησαν όλα».
Γιατί το λες;
«Από τον Ηρακλή ξεκίνησαν όλα. Έτσι το λέω μέσα μου. Αλλά η μαύρη παρένθεση συνεχίζει και μετά. Πάω πολύ καλά όλη τη σεζόν αλλά μετά η ομάδα διαλύεται (γέλια)».
Τι λες τώρα; Και πάλι στον αέρα;
«Φίλε απίστευτο. Πάλι μένω στον αέρα. Έκανα γεμάτη χρονιά, υπέγραψα ως επαγγελματίας, το όνειρο γίνεται πραγματικότητα αλλά μετά από 3-4 μήνες πέφτει ο Ηρακλής εξωαγωνιστικά. Και λέω άντε πάλι από την αρχή. Αλλά όταν έπεσε ο Ηρακλής, δεν είχα τον φόβο μη βρω ομάδα ή να σταματήσω γιατί είχα κάνει γεμάτη σεζόν. Και θεωρούσα ότι θα βρω ομάδα. Όντως είχα προτάσεις και είχα να διαλέξω ή Βόλο ή Πανιώνιο και πήγα Βόλο».
Οπότε ο Ηρακλής ήταν που πήρες τα πάνω σου;
«Στο μυαλό μου το έχω ως αφετηρία. Έμαθα πολλά στον ΠΑΟΚ αλλά στον Ηρακλή, επειδή δεν με ήθελε καμία άλλη ομάδα, βρέθηκε εκείνος και με σήκωσε. Για αυτό έχω απεριόριστο σεβασμό στην ομάδα και έχω πει οτι θα την ξαναφορέσω τη φανέλα κάποια στιγμή. Δεν ξέρω πότε θα είναι. Μπορεί να είναι η τελευταία ομάδα που θα αγωνιστώ. Αυτό θα ήθελα ιδανικά γιατί είναι η ομάδα που με πίστεψε όταν δεν με πίστευε. Και να ξεκαθαρίσω κάτι για τον κόσμο. Στον Ηρακλή έφυγα επειδή έκανα προσφυγή αλλά δεν διεκδίκησα τα λεφτά. Απλώς δεν υπήρχε κάποιος τότε να πάρω τηλέφωνο για να λύσω το συμβόλαιο μου και να προχωρήσω. Και όταν βρέθηκε ο ένας, μου είπαν “Κύζι, δεν υπάρχει κάποιος. Κάνε προσφυγή για να λυθεί το συμβόλαιο”. Στον Ηρακλή δεν έκανα προσφυγή για τα λεφτά. Το έκανα για να μείνω ελεύθερος και να συνεχίσω την καριέρα μου».
Στον Βόλο συνάντησες τον Αχιλλέα Μπέο. Πώς είναι ως χαρακτήρας;
«Είναι παρεξηγημένος άνθρωπος. Εμένα προσωπικά μέχρι την τελευταία μου μέρα, μου συμπεριφέρθηκε καλά. Ήμουν ένα παιδί 18-19 ετών. Είτε έπαιζα, είτε όχι το ίδιο ήταν. Έκανα προπονήσεις με παίκτες Α Εθνικής, είχα προσδοκίες και όταν μου δόθηκε η ευκαιρία, τα είχα πάει αρκετά καλά. Απλά ο Μπέος σαν άνθρωπος είναι γνώστης του ποδοσφαίρου, κόβει το μάτι του. Ξέρει ότι αν ένας παίκτης είναι καλός ή είναι κακός. Θα στο πει ότι δεν κάνεις. Αυτό μου αρέσει σε έναν άνθρωπο. Εμένα ποτέ δεν ήρθε ο Μπέος να μου πει δεν κάνεις. Και σε όσους το είπε, αποδείχθηκε στο μέλλον γιατί δεν έκαναν κάτι. Σαν χαρακτήρας, εντάξει. Ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και έχει τις απόψεις του, δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε. Για το ποδοσφαιρικό κομμάτι πιστεύω ότι γνωρίζει».
Πώς ήταν η προσαρμογή σου;
«Η προσαρμογή ήταν εύκολη. Δεν είχα θέματα και ήταν καλή ομάδα. Πήγαινε καλά η ομάδα οπότε ήταν δύσκολο να δώσει ευκαιρίες σε ένα 19χρονο παιδί αλλά όταν πήρα την ευκαιρία, είδαν ότι μπορώ να ανταπεξέλθω. Αποφάσισα να φύγω γιατί ήθελα να παίζω περισσότερο και από τη στιγμή που δεν θα γινόταν στον Βόλο, έφυγα στο εξωτερικό».
Στην αρχή έκανα εμετό στις προπονήσεις
Κι ακολούθησε η Σλοβακία…
«Με πήρε ο μάνατζερ μου κάποια στιγμή και του είπα ότι ήθελα να φύγω στο εξωτερικό. Με πήρε μετά από κάποιες μέρες και μου είπε να πάμε Σλοβακία. Αμέσως είπα ναι. Δεν σκέφτηκα τίποτα. Ήταν στα μπαμ. Και έτσι πήγαμε Σλοβακία».
Ήταν δύσκολη η προσαρμογή εκεί;
«Ναι είχα θέμα προσαρμογής γιατί δεν μιλούσα αγγλικά. Καθόλου. Ούτε εκείνοι φυσικά, οπότε έξι μήνες ήταν εφιαλτικοί. Δεν ξέρω πώς άντεξα. Στο πρώτο δίμηνο πήρα τον μάνατζερ μου και του είπα ότι “δεν αντέχω” και ότι “θέλω να φύγω”, έκλαιγα, ήμουν μόνος μου, ήθελα να γυρίσω και ήταν και ο κόβιντ. Ήμουν μόνος σε ένα δωμάτιο και απορούσα για το τι κάνω. Δεν περνούσε η μέρα. Ήμουν μόνος μου. Έπαιρνα κάμερα τους φίλους, τους γονείς μου, τη γυναίκα μου αλλά πόσο να μιλήσω. Μου έφερναν φαγητό στην πόρτα, δεν έκανα προπονήσεις. Φυλακή να ήμουν καλύτερα θα ήταν νομίζω. Θα έβλεπα και δύο ανθρώπους (γέλια). Ο ατζέντης μου είπε να κάνω υπομονή και ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Με τον καιρό ξεκίνησα να μιλάω αγγλικά».
Και πώς συνεννοούσουν;
«Ήμουν yes και no, μιλάγαμε με νοήματα, translate στο κινητό, δεν ήξερα γρι».
Τι σου έκανε εντύπωση γενικά εκεί;
«Εξωαγωνιστικά μου έκανε εντύπωση ότι οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί. Πρόθυμοι να σε εξυπηρετήσουν σε ότι χρειαστείς. Στην ομάδα ήμασταν δύο ξένοι μόνο. Όλοι οι άλλοι ήταν Σλοβάκοι αλλά ήταν όλοι πρόθυμοι να με βοηθήσουν να γίνω καλύτερο. Ήταν πολύ διαφορετικός από την Ελλάδα. Είχε πολλά τρεξίματα, πολλές μονομαχίες και χρειάστηκε καιρό να το συνηθίσω. Μόλις το έκανα, τότε άρχισα να το απολαμβάνω, οπότε η υπομονή άξιζε».

Σε ποιον τομέα είδες βελτίωση παίζοντας στη Σλοβακία;
«Τα τρεξίματα. Γιατί δεν ήμουν άνθρωπος που έτρεχε. Στη Σλοβακία άλλαξα όλο μου το παιχνίδι. Από εκεί που στη Σλοβακία δεν αρχή δεν έβγαζα προπόνηση, μετά θυμάμαι ήμουν δυνατός. Σκέψου στις πρώτες προπονήσεις έκανα εμετό και είχα κάνει μόνο το ζέσταμα, χωρίς υπερβολή. Γυρνάω στα παιδιά και λέω “τελειώσαμε;” και μου απαντά: “όχι, ήταν το ζέσταμα». Είχε πάρα πολλή τρέξιμο. Τρέξιμο χωρίς την μπάλα, ασταμάτητο και έλεγες παναγία μου τι γίνεται. Έπρεπε να κάνεις το χιλιόμετρο σε λιγότερο από τρία λεπτά. Είναι σπριντ, όπως το λέω. Αυτή τη στιγμή θα κουραστώ αν κάνω έστω ένα σετ. Εκεί κάνεις πέντε σετ. Όταν τελείωνε η προπόνηση, έλεγα να ανοίξει η γη να πέσω μέσα και να μην ξαναβγώ. Αλλά αυτό με βοήθησε πάρα πολύ. Τότε, όταν ήξερα ότι έχει αυτή την προπόνηση, σκεφτόμουν να δηλώσω άρρωστος και να πω ότι με πονάει κάτι. Μετά έλεγα όχι, ότι αυτό θα με βοηθήσει αλλά στην αρχή προσπαθούσα να το αποφύγω. Οι Σλοβάκοι δεν καταλάβαιναν τίποτα αλλά από τελευταίος, σε 5-6 μήνες έγινα πρώτος. Έριξα πολλή δουλειά».
Έτσι ήρθε και το επόμενο βήμα για την Ουγγαρία και τη Ντεμπρετσέν. Για πες μου για αυτή την εμπειρία.
«Το πρώτο που είδα ήταν πόλη στο Ντεμπρετσέν. Το πρώτο που βλέπω είναι αυτό και αν αρέσει στη γυναίκα μου. Είναι πολύ σημαντικό στο εξωτερικό να αρέσει στη σύζυγο. Της άρεσε. Το προπονητικό απίστευτο. Με 7-8 γήπεδα, σάουνα, εγκαταστάσεις. Παράδεισος. Δεν είχα στο μυαλό μου μέχρι τότε να παίξω στην Ουγγαρία. Ξεκινάει το πρωτάθλημα και είμαι μία παίζω, μία δεν παίζω. Δύο παιχνίδια βασικός, τρία πάγκο. Στο έτσι κιόλας, δεν είχαμε κάποια συζήτηση. Δεν μπορούσα να το συνεχίσω εγώ αυτό. Έλεγα ίσως δεν είμαι έτοιμος αλλά γιατί μία με έβαζε, μία όχι; Είχα αρκετούς προβληματισμούς».
Τι προβληματισμούς;
«Έλεγα ότι πρέπει να κάνω κάτι γενικά. Εκεί ξεκίνησα να μιλάω με τον ψυχολόγο μου γιατί δεν ήμουν καλά, δεν ευχαριστιόμουν το ποδόσφαιρο. Ναι μεν το αγωνιστικό κομμάτι ήταν τέλειο αλλά δεν το ευχαριστιόμουν. Έκανα μεταγραφή σκέψου και θεωρητικά όποιος κάνει μεταγραφή, είναι χαρούμενος. Εγώ δεν ήμουν. Ήμουν 50-50 και εκεί κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά μέσα μου. Το συζήτησα με τον ατζέντη μου και εκείνος μου πρότεινε έναν ψυχολόγο και έκανα κάθε μέρα σχεδόν συνεδρίες. Πλέον είχε πάει σε μία σχέση σε άλλο επίπεδο. Γενικά με βοήθησε πάρα πολύ επειδή βρήκα τον εαυτό μου πάλι. Τον είχα χάσει και όταν φτάνεις σε σημείο να σκέφτεσαι “γιατί το κάνω;”, τότε δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις».
Έλεγα «Χριστέ μου, τι κάνω;»
Αυτό το σκεφτόμουν μόνο με το ποδόσφαιρο ή με όλα;
«Με όλα. Υπήρχαν πολλές φορές που έλεγα στη γυναίκα μου ότι είμαι καλά αλλά το βράδυ ας πούμε που θα έκλειναν όλα τα φώτα, η γυναίκα μου κοιμόταν και εγώ καθόμουν στο μπάνιο και έκλαιγα. Αναρωτιόμουν τι μου συμβαίνει. Αυτό που με ευχαριστούσε ήταν να είναι όλα κλειστά και να είμαι μέσα στο σκοτάδι. Καθόμουν μία ώρα στο μπάνιο και να κοιτούσα απλά μέσα στο σκοτάδι. Αυτό με ευχαριστούσε. Σκεφτόμουν τα πάντα. Ήταν μονόδρομος να σταματήσω το ποδόσφαιρο. Στο μυαλό μου είχα ότι αν το σταματήσω, θα ελευθερωθώ. Το είχα τεράστιο βάρος. Το να σηκωθώ το πρωί να πάω προπόνηση ήταν τεράστιο βάρος και έλεγα “Χριστέ μου, τι κάνω; γιατί κάνω κάτι που δεν μου αρέσει”. Έπρεπε να βρω τι φταίει. Εν τέλη ήταν κατάθλιψη. Είπα εντάξει, θα το παλέψω και θα το νικήσω».
Πότε ξεκίνησε όλο αυτό;
«Ξεκίνησε από τη Σλοβακία όλο αυτό. Απλά στη Σλοβακία ήταν όλο το σκηνικό που ήμουν έξι μήνες μόνος και με τον κόβιντ αλλά στο Ντέπρετσεν έφτασα σε ένα σημείο που έλεγα να σταματήσω για να ησυχάσω»
Είχες κάποια έντονη στιγμή που σε έκανε να πεις: «ωπ, κάτι δεν πάει καλά»;
«Τη δεύτερη χρονιά στο Ντέμπρετσεν, έχω ξεκινήσει ήδη τη θεραπεία έναν χρόνο και έχω έναν τραυματισμό που με έχει αφήσει εκτός τρεις μήνες περίπου. Μία μέρα πριν κλείσει η μεταγραφική περίοδος, ήρθαν από την ομάδα και μου είπαν ότι πρέπει να φύγω. Μου είπαν να πω στον μάνατζερ να μου βρει ομάδα. Και είπα εκείνη τη στιγμή “τέλος”. Εντάξει, το πάλεψα, έχω ξεκινήσει συνεδρίες, δεν γίνεται άλλο όμως. Το είπα στον ατζέντη μου ότι δεν γίνεται. Εκείνος έλεγε ότι θα βρούμε λύση και πάω για έξι μήνες στη Σλοβενία και τη Μιούρα. Εκεί δεν ξέρω πώς άντεξα φίλε. Αλήθεια. Ακόμα και τώρα. Μπορεί μέχρι το τέλος της καριέρας μου να κάνω πολλά πράγματα αλλά εκείνο το τρίμηνο στη Μούρα, πάντα θα λέω ένα μπράβο στον εαυτό μου για αυτό που άντεξα. Εκεί όχι απλώς σιχάθηκα το ποδόσφαιρο. Εκεί σταμάτησα και να βλέπω».
Γιατί τόσο πολύ;
«Πήγα σε μία ομάδα, αν ρωτήσεις και τη γυναίκα μου δεν είμαι τρελός όπως και ένας συμπαίκτης μου από τότε, και απορούσα πώς πήγα εκεί. Δεν υπήρχε άλλη λύση, δεν κατηγορώ τον ατζέντη μου φυσικά γιατί του έδωσαν διορία μίας ημέρας. Από το να κάτσω ανενεργός 5-6 μήνες, είπα να πάω να παίξω κάπου και ότι γίνει και να μην είμαι στη Β’ ομάδα που ήταν στην 4η κατηγορία. Βλέπω το γήπεδο αρχικά, παθαίνω σοκ με άσχημο τρόπο. Το προσπερνάω. Πάω αποδυτήρια, λέω δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι έβλεπα στα μάτια μου. Το ότι σε ομάδα πρώτης κατηγορίας και πόσο μάλλον για τη Μούρα που είναι μεγάλη ομάδα στη Σλοβενία, δεν είχαμε πετσέτες να κάνουμε μπάνιο. Και αν είχαμε, τις κόβανε στη μέση για να έχουν οι περισσότεροι. Σου λέω κάτι απλό. Ήμουν σε φάση, άστα. Και μέσα σε όλα αυτά, δεν έπαιζα κιόλας. Αυτός ήταν ο στόχος. Να πάρω παιχνίδια για να βρω ρυθμό και μετά να επιστρέψω. Μου έλεγε ο προπονητής: “Αυτό το σαββατοκύριακο δεν θα σε βάλω γιατί έχει ήλιο”. Φίλε, έχει ήλιο μου έλεγε. Θα μπεις στο δεύτερο ημίχρονο που θα έχει πέσει ο ήλιος (γέλια). Του απάντησα εγώ αν έχει καταλάβει από ποια χώρα είμαι και με κοιτάει και του εξηγώ ότι η Ελλάδα έχει πάντα ήλιο. Και προσπαθούσε να εξηγήσει τα αδικαιολόγητα. Σε όποιον το έλεγα αυτό, γελούσε. Όταν το είπα στον μάνατζερ μου δεν με πίστευε. Ούτε εγώ θα με πίστευα (γέλια). Οι γραμμές του γηπέδου δεν ήταν ευθεία. Είχε γίνει με το χέρι».
Εφιαλτικό πέρασμα…
«Σκέψου πήγα τρεις μήνες και τον τελευταίο μήνα έκανα τον τραυματία για να τελειώνω να φύγω και απλά περίμενα να τελειώσει εκείνη τη σεζόν. Ήμουν τόσο χάλια».
Και μετά τι ακολούθησε;
«Μόλις τελείωσε η σεζόν, είπα στη γυναίκα μου ότι η ερχόμενη θα είναι η τελευταία μου. Το είχα συνειδητοποιήσει. Δεν ήταν βιαστική, ούτε εν βρασμώ. Μίλησα με τον ατζέντη μου και του είπα ότι στο Μιχάλοβτσε θα είναι η τελευταία χρονιά που προσπαθώ. Αν δεν πάει καλά, σταματάω. Για αυτό και υπέγραψα για έναν χρόνο».

Σε είχε βοηθήσει ο ψυχολόγος;
«Ναι, ναι, πάρα πολύ. Αν δεν είχα τον ψυχολόγο, αυτά που είχαν γίνει στη Μούρα και αυτό που έγινε στη Ντέμπρετσεν, δεν θα συνέχιζα. Δεν ήμουν τόσο δυνατός για να συνεχίσω. Ήμουν πολύ weak και θα σταματούσα. Εκείνος μου πέρασε στο μυαλό ότι είναι δοκιμασίες και θα πρέπει να τα βάλω απέναντι στον εαυτό μου. Το πρόβλημα ήταν ότι ήμουν εγώ εναντίον του εαυτού μου γιατί ήξερα ότι αν τα βρω με τον εαυτό μου, δεν θα με σταματήσει τίποτα. Αλλά επειδή έγιναν πάρα πολλά και από νεαρή ηλικία, όλα αυτά μαζεύτηκαν και κάποια στιγμή θα έκανα το μπαμ. Και αυτό το μπαμ, ήρθε στη Μούρα. Είπα δεν πάει άλλο. Προσπάθησα μία, προσπάθησα δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε. Λέω εντάξει. Τελευταία σεζόν να ξαναπροσπαθήσω. Είχα μία μικρή σπίθα μέσα μου για να τα καταφέρω για εμένα. Δεν δεχόμουν να αποτύχω. Πάλεψα πάρα πολύ για να φτάσω στο σημείο να πω ότι δεν θα καταφέρω»
Μόλις γύρισες από τη Μούρα. Εκείνο το καλοκαίρι πως είχε κυλήσει για εσένα;
«Είναι ένα καλοκαίρι εφιαλτικό. Αλήθεια. Εφιαλτικό. Κοιμάμαι και ξυπνάω έχοντας στο μυαλό μου να με πάρει ο μάνατζερ μου και να μου πει ότι βρήκε κάτι. Γιατί είχα στο μυαλό μου ότι στο Μιχάλοβτσε ξέρω ότι μπορώ να πάω. Είχα την πρόταση και το καθυστερούσα γιατί στο μυαλό μου το φοβόμουν. Άκουγα από κάποια παιδιά που πήγαν εκεί και δεν πέρασαν καλά. Άλλοι πέρασαν καλά αλλά όταν ακούς και τις δύο μεριές, το μυαλό αυτομάτως πάει στο κακό γιατί είχα περάσει δύσκολα στη Σλοβακία και άλλο ένα χτύπημα θα ήταν το τέλος. Φτάνει ο Αύγουστος. Για δύο μήνες δεν είχα κλείσει μάτι. Ήμουν στο Ντέμπρετσεν και απλά περίμενα τον μάνατζερ μου να μου πει αν βρήκε κάτι. Εγώ για έξι μήνες δεν είχα παίξει, δεν είχα δείξει κάτι οπότε ποιος θα με πάρει;. Δεν θα έβρισκα εύκολα ομάδα και το ήξερα. Εγώ ήμουν στην Ουγγαρία, δανεικός στη Σλοβενία, σε ένα πρωτάθλημα που δεν το παρακολουθεί κανείς και δεν έπαιζα κιόλας».
Και μόλις ήρθε η πρόταση από Σλοβακία;
«Ήμουν σε φάση πάμε και ότι γίνει. Προτού πάω, με παίρνει ο μάνατζερ μου και μου λέει “Κύζι έχω κάνει τα πάντα, αυτή είναι η πραγματικότητα, δεν σε θέλει κανείς”. Δεν μου πούλησε ψέματα, δεν μου είπε ναι μεν αλλά. Τίποτα και αυτό εκτίμησα σε εκείνον. Γιατί άλλοι θα το έκρυβαν. Εμένα με πήρε και μου είπε ότι δεν με θέλει κανείς. Εκεί ξαφνικά κάτι ξύπνησε μέσα μου. Έλεγα “δεν με θέλετε; Θα σας κάνω να με θέλετε”. Αλήθεια πείσμωσα. Και πάω στο Μιχάλοβτσε και ευτυχώς είχα τη γυναίκα μου δίπλα μου. Οικείο περιβάλλον εκεί. Πάω υπέρβαρος. Κανονικά είμαι 69 με 70 κιλά και εκεί ήμουν 75 με 76. Τρώω κράξιμο από τον μάνατζερ μου αλλά ξεσπούσα στο φαγητό όλη τη μέρα λόγω του άγχους. Λέω λοιπόν μέσα μου, ή τώρα ή ποτέ».
Πότε κατάλαβες ότι έχει… γυρίσει η τύχη;
«Το πρώτο μου γκολ στο Μιχάλοβτσε το πέτυχα στην έδρα της Μόραβτσε γιατί είχε υποβιβαστεί στη Β’ ομάδα. Σε εκείνο το γήπεδο έβαλα το πρώτο μου γκολ και τότε κατάλαβα ότι τίποτα δεν θα πάει λάθος. Πήρα τα πάνω μου, ψυχολογία στο φουλ, το ένα γκολ μετά το άλλο και φτάνουμε στον Δεκέμβριο που έχω βάλει αρκετά γκολ και ξαφνικά οι ομάδες που δεν με ήθελαν το καλοκαίρι, ξαφνικά με θέλουν. Εγώ είπα “τώρα να περιμένετε” (γέλια). Ήθελα να τελειώσω τη σεζόν στο Μιχάλοβτσε γιατί η ομάδα πήγαινε καλά και ήθελα να τη βάλω στα play offs. Ήξερα ότι μετά τον Γενάρη μπορούσα να υπογράψω όπου ήθελα. Ο πρόεδρος δεν ήθελε να με πουλήσει. Ήθελε να φύγω ελεύθερος και τον έχω γενικά σε μεγάλη εκτίμηση. Πάνε όλα ρολόι και τον Ιανουάριο έμαθα ότι η γυναίκα μου είναι έγκυος. Το ένα καλό μετά το άλλο».
Είχες πρόταση από Ελλάδα;
«Δεν έχω ιδέα. Δεν ασχολούμουν αλλά θεωρώ ότι θα ήταν δύσκολο γιατί έπαιζα στη Σλοβακία. Είχα πολλές από Πολωνία, Ουγγαρία, στην οποία δεν ήθελα με τίποτα να γυρίσω».
Και πάμε στιγμή που ήρθε η Χαρτς. Πώς ένιωσες;
«Με πήρε ο μάνατζερ μου ότι υπάρχει η περίπτωση της Χαρτς γύρω στον Απρίλιο. Του είπα να το προσπαθήσουμε για να πάω εκεί. Το ήθελα πάρα πολύ. Λες και το ένιωθα μέσα μου. Το πάλεψε πάρα πολύ γιατί δουλεύουν με το data και ήταν πολύ δύσκολο να πειστούν από αυτό. Τελικά τα κατάφερε και ήρθε η πρόταση από τη Χαρτς. Κατευθείαν πήγα τον Μάιο, υπέγραψα και συνέχισα τη σεζόν στη Σλοβακία. Δεν είχα δεύτερες σκέψεις σε καμία περίπτωση. Απλά ανυπομονούσα να ξεκινήσω με τη Χαρτς»
Η πιο δυνατή σου στιγμή όσο έπαιζες στη Σλοβακία;
«Είναι η στιγμή που μπαίνω στο σπίτι και είχα αφήσει το κινητό πάνω στο τραπέζι. Είχα τελειώσει την προπόνηση, πήγα τουαλέτα και όπως γυρνάω, ψάχνω το κινητό, φώναξα στη γυναικά μου που είναι και μου είπε μήπως το άφησα στο τραπέζι. Πάω εκεί και είχε το τεστ εγκυμοσύνης»
Απίθανο συναίσθημα ε;
«Εύχομαι όλοι οι άνθρωποι να το ζήσουν. Είναι το δεύτερο πιο ωραίο συναίσθημα. Το πρώτο είναι όταν πιάνεις το παιδί σου αγκαλιά όταν γεννιέται. Δεν συγκρίνεται αλλά είναι πολύ δυνατό το συναίσθημα. Είναι υπέροχο να βλέπεις τη γυναίκα που έχετε μεγαλώσει μαζί να έχει το παιδί σου. Εκεί είπα ότι τα καταφέρνουμε. Στα 17 μου που τη γνώρισα, είπα στον πατέρα μου ότι θα την παντρευτώ και εκείνος γελούσε. Και εγώ στα 17 μου αν το παιδί μου πει κάτι τέτοιο θα γελάσω. Ήμασταν 5-6 μήνες μαζί τότε.
Στο αγωνιστικό θα σου πω το κάθε γκολ που έβαλα. Αλήθεια. Γιατί το κάθε γκολ ήταν μία δικαίωση προς τον εαυτό μου. Αυτή τη κ@@@@α. Σκαλί-σκαλί. Αν είχε άλλα 15 παιχνίδια θα έβαζα άλλα 15 γκολ. Έτσι σκεφτόμουν. Είχα στο μυαλό μου το πώς έφτασα από τα κλάματα στο μπάνιο σε εκείνο το σημείο και το ποδόσφαιρο είναι το κλικ. Το τσακ. Ένας τραυματισμός να σε στείλει στον πάγκο να κλαις. Οπότε παρακαλούσα τον Θεό να με έχει υγιή».
Μιλάς αρκετά για τη γυναίκα σου. Τι ρόλο έχει παίξει στη ζωή σου;
«Πάντα ήταν εκεί. Κολόνα. Με όλη τη σημασία της λέξης. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Δεν ξέρω αλήθεια. Γιατί σε κάθε δυσκολία που ερχόταν εκείνη έλεγε δεν πειράζει, θα τα καταφέρουμε. Σε κάθε δυσκολία ήταν εκεί. Τότε καταλαβαίνεις και ποιον έχεις πραγματικά δίπλα σου. Εγώ τη γυναίκα μου την είχα πάντα εκεί. Και στην αρχή επειδή ήμουν κλειστός σαν άνθρωπος, δεν ανοιγόμουν. Με ρωτούσε αν είμαι καλά αλλά χωρίς να είμαι μέσα μου. Δεν ήθελα το πρόβλημα μου να το κάνω δικό της και αυτό ήταν το λάθος μου. Και όταν άρχισα να της λέω τα προβλήματα μου, ξελάφρωσα και άρχισα να τα βλέπω όλα διαφορετικά. Η λέξη κολόνα είναι λίγη. Μόνο εγώ και η Μαίρη ξέρουμε τι έχουμε τραβήξει. Πολλοί λένε ότι τα κατάφερα μόνος μου. Δεν είμαι μόνος όμως. Είχα τη γυναίκα μου πάντα εκεί»
Τώρα τι σου λέει;
«Και τώρα που πάνε όλα καλά, μου λέει ηρέμησε. Ισορροπία. Με κρατάει χαμηλά. Μην πετάς μου λέει, όλα είναι καλά αλλά βήμα βήμα και ήρεμα. Να είμαστε όλοι καλά και με υγεία. Από τη στιγμή που έρχεται το παιδί, πρώτο από όλα είναι αυτό. Το ποδόσφαιρο θα σου φέρει το ψωμί αλλά δεν είναι προτεραιότητα. Ποτέ δεν το είχα. Είναι δουλειά, είναι αυτό που σου δίνει να φας και η αγάπη που έχεις. Αγαπάω το ποδόσφαιρο αλλά δεν είναι προτεραιότητα. Αν είχα να διαλέξω ανάμεσα σε οικογένεια και ποδόσφαιρο, δεν θα το σκεφτόμουν καν και θα το σταματούσα. Σου προσφέρει πολλά αλλά σου παίρνει και πολλά. Αλλά σκοπός είναι τις θυσίες στο τέλος της καριέρα να μην μετανιώνεις. Να λες άξιζε που προσπάθησα».
Έχεις κάνει πολλές θυσίες;
«Παράτησα τα πάντα, πήγα στο εξωτερικό για το όνειρο μου, δεν ήπια ποτέ, έχανα εξόδους, εκδρομές. Η κάθε μέρα στο εξωτερικό ήταν μία θυσία για εμένα»
Νιώθεις ότι χάνεις πολύτιμο χρόνο με το παιδί λόγω του ποδοσφαίρου;
«Ναι φίλε. Ξέρω ότι στο μέλλον θα μετανιώσω κάποιες στιγμές. Ακόμα και τώρα που θα πρέπει να πάω προετοιμασία, είναι 10 μέρες που εγώ προσωπικά δεν θα κλείνω μάτι. Γιατί θα σκέφτομαι τη γυναίκα και το παιδί μου αλλά δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς. Αλλά δεν θέλω να φτάσω σε σημείο να χάσω πολλές στιγμές από το παιδί. Όταν νιώσω ότι δεν πρέπει να χάσω άλλες στιγμές, θα σταματήσω. Δεν θα ήθελα να χάσω τα πρώτα βήματα του παιδιού μου επειδή θα είμαι σε έναν αγώνα. Δεν μπορώ να το ξέρω αλλά μακάρι να είναι όταν θα είμαι σπίτι και να κάθομαι στον καναπέ και να τον δω να σηκωθεί. Θα το λέω σε όλη μου τη ζωή. Ενώ αν είμαι εκτός, θα στεναχωρηθώ. Θα έχω χάσει κάτι που είναι σημαντικό για εμένα. Για παράδειγμα όταν ήμουν στην Εθνική έχασα το πρώτο του δόντι. Δεν το είδα και με πήρε η γυναίκα μου και μου το έδειξε. Στεναχωρήθηκα αλλά δεν μπορούσα να κάνω και αλλιώς. Δεν μπορείς να ελέγξεις μερικά πράγματα».



