Αιτωλοακαρνανία: Καμία «διόρθωση» τιμών στην αγορά κατοικίας – Αυξάνονται λιγότερο

Με 5,7% αύξηση στις τιμές αγοράς κατοικιών και 2% στα ενοίκια, η αγορά ακινήτων στην Αιτωλοακαρνανία συνεχίζει και το 2026 την ανοδική της πορεία, αν και με ηπιότερους ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Η αγορά κατοικίας συνέχισε να κινείται ανοδικά και κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ωστόσο ο ρυθμός αύξησης των ζητούμενων τιμών πώλησης εμφανίζει επιβράδυνση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Αντίθετα, η αγορά ενοικίων εξακολουθεί να δέχεται ισχυρές πιέσεις, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η ζήτηση παραμένει υψηλή.

Τα στοιχεία του δείκτη SPI του Spitogatos αποτυπώνουν τις τάσεις που διαμορφώνονται στην αγορά των ακινήτων όπου πλέον εμφανίζονται απλώς ηπιότερες αυξήσεις σε αρκετές περιοχές της χώρας.

Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 στο σύνολο της χώρας παρατηρείται αύξηση της μέσης ζητούμενης τιμής πώλησης κατοικίας κατά 6,1% σε σχέση με το 2ο τρίμηνο του 2025. H αύξηση αυτή είναι μικρότερη από την αντίστοιχη περσινή που ανερχόταν στο 9,7%. Στον αντίποδα η μέση τιμή ενοικίασης κατοικίας αυξήθηκε ετησίως μόλις κατά 1,3%, ετήσια αύξηση σημαντικά ηπιότερη από την αντίστοιχη περσινή που ανερχόταν στο 7,2%.

Μπορεί βεβαίως να προκύπτει ακόμη εικόνα «διόρθωσης» των τιμών στα ακίνητα ωστόσο σε αρκετές περιοχές της χώρας που εμφανίζουν μέτρια ζήτηση όπως η Αιτωλοακαρνανία, οι τιμές αυξάνονται λιγότερο.

Συγκεκριμένα στην Αιτωλοακαρνανία το δεύτερο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκε αύξηση κατά 5,7% στις τιμές αγοράς κατοικιών, με τη μέση τιμή να ξεπερνά πλέον τα 1.000 ευρώ και να διαμορφώνεται στα 1.031 ευρώ ανά τετραγωνικό (από 975 ευρώ στο β΄τρίμηνο του 2025).

Αντίθετα αρκετά μικρότερη ήταν η αύξηση στις τιμές των ενοικίων. Η μέση ζητούμενη τιμή στα ενοίκια στην Αιτωλοακαρνανία εμφάνισε αύξηση κατά 2% στο β’ τρίμηνο της χρονιάς. Μια αύξηση αρκετά μικρότερη από άλλες περιοχές της χώρας και η οποία εξηγείται από το γεγονός ότι η Αιτωλοακαρνανία χαρακτηρίζεται ως μια περιοχή με σχετικά μέτρια ζήτηση.

Υπενθυμίζεται ότι ιδίως σε ό,τι αφορά τις τιμές των ενοικίων τα τελευταία χρόνια και η Αιτωλοακαρνανία έχει βιώσει συνεχείς αυξήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024 η μέση τιμή ενοικίασης για κατοικίες στην Αιτωλοακαρνανία αυξήθηκε κατά 6,1% και κατά 3% το 2025, ενώ όσον αφορά τις πωλήσεις κατοικιών στην Αιτωλοακαρνανία καταγράφηκαν μικρότερες αυξήσεις με 3,9% το 2024 και 2,2% το 2025.

Φυσικά η μείωση στο ρυθμό αύξησης δεν σημαίνει καλύτερες συνθήκες για τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 47,3% των Ελλήνων ζει σε νοικοκυριά που δυσκολεύονται να πληρώσουν ενοίκια, δάνεια ή λογαριασμούς, ποσοστό που υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο ευρωπαϊκό όρο του 9,3%.

Το κόστος στέγασης έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα που αντιστοιχούν στο 60%-70% του μέσου μηνιαίου μισθού, ενώ η οικογενειακή κατοικία μπορεί να απορροφήσει σχεδόν το σύνολο ενός «καλού» μισθού, αναγκάζοντας μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας να περιορίζουν ακόμη και βασικές ανάγκες τους.

Σε κάθε περίπτωση μένει να φανεί σε κάποιο βάθος χρόνου, αν στην Αιτωλοακαρνανία τουλάχιστον, θα υπάρξει μια «διόρθωση» των τιμών στην αγορά ακινήτων, γιατί μόνο έτσι θα δουν και τα νοικοκυριά μια κάποια ελάφρυνση στην τσέπη τους. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Δυτική Ελλάδα έχει το τέταρτο μεγαλύτερο στη χώρα ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης, με το 29,1% των νοικοκυριών να αναγκάζονται να δαπανήσουν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν το ενοίκιό τους.

Διευκρινίζεται ότι υπερβολική χαρακτηρίζεται η κάλυψη του κόστους της στέγης, όταν ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Εξάλλου, οι τιμές σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να συγκρίνονται και με μέσο διαθέσιμο εισόδημα κάθε περιοχής και ως γνωστόν η Αιτωλοακαρνανία βρίσκεται αρκετά χαμηλά ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ…

Υπό αυτό το πρίσμα η συνολική εικόνα για την Αιτωλοακαρνανία και τη Δυτική Ελλάδα αλλάζει, αν συνυπολογίσει κανείς το διαθέσιμο τοπικό εισόδημα με βάση δείκτες που έχουν να κάνουν με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και άλλα οικονομικά δεδομένα. Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, η Δυτική Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί «σχετικά φθηνή», όταν βρίσκεται πάνω από τον εθνικό μέσο όρο της υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης.

Δημήτρης Παπαδάκης – Εφημερίδα «Συνείδηση»

Μπορεί επίσης να σας αρέσουν