«Η προσωπική ανακάλυψη της ταυτότητας του πολιτιστικού διαχειριστή» φέρει τον τίτλο το άρθρο του Νεκτάριου-Μιχαήλ Μοστράτου, πολιτιστικού διαχειριστή και μεταπτυχιακού αποφοίτου του Πανεπιστημίου του Λούντ στη Σουηδία.
Το παρόν άρθρο αποτελεί το πρώτο από μια σειρά τριών κειμένων γύρω από το τι σημαίνει για μένα η ενασχόληση με την πολιτιστική διαχείριση και, ειδικότερα, με την πολιτιστική διαχείριση στην Ελλάδα. Πρόκειται για το πιο βιωματικό μέρος της σειράς, καθώς εστιάζει στη διαδρομή μέσα από την οποία γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου για τον χώρο του πολιτισμού και, τελικά, η συνειδητή επιλογή της πολιτιστικής διαχείρισης ως επαγγελματικής ταυτότητας. Τα επόμενα δύο άρθρα θα αναπτυχθούν οργανικά με βάση ορισμένα από τα ερωτήματα και τα συμπεράσματα που προκύπτουν εδώ.
Πρώιμα ενδιαφέροντα και αναζητήσεις
Στην αρχή αναφέρομαι στη πρώιμη ανάπτυξη και εφηβικές εμπειρίες. Παρ’ όλο που αυτή η σύντομη αναφορά είναι αυτοβιογραφική με περιορισμένο γενικότερο ενδιαφέρον, τη παρουσιάζω γιατί πολλοί νέοι έχουν ανάλογες εμπειρίες και μεγάλωσαν στο περιβάλλον της οικονομικής κρίσης αλλά και αβεβαιότητας.
Από μικρή ηλικία είχα έντονη περιέργεια για το πώς λειτουργεί ο κόσμος γύρω μου. Όπως πολλά παιδιά, αγαπούσα τα ζώα και για ένα διάστημα φανταζόμουν τον εαυτό μου να ασχολείται με την υγεία και τη φροντίδα τους. Ωστόσο, η καθημερινή επαφή με το νοσοκομειακό περιβάλλον, λόγω του επαγγέλματος της μητέρας μου ως νοσοκόμας στην Αττική αλλά και των συχνών προσωπικών μου επισκέψεων σε νοσοκομεία, με έκανε σταδιακά να απομακρυνθώ από αυτή τη σκέψη. Η περιέργεια, όμως, παρέμενε. Η ιδέα της επιστημονικής έρευνας, της ανακάλυψης και της γνώσης με γοήτευε, παρά το γεγονός ότι οι σχολικές μου επιδόσεις ήταν μέτριες. Κάπου εκεί γεννήθηκε η σκέψη της παλαιοντολογίας: ένας συνδυασμός επιστήμης, φύσης και ανακάλυψης που έμοιαζε ικανός να δώσει νόημα και ενδιαφέρον στην καθημερινότητά μου.
Εφηβεία, κρίση και εκπαιδευτικά αδιέξοδα
Στα πρώτα χρόνια του Λυκείου (2015–2016), η κοινωνική και οικονομική κρίση είχε πλέον εγκατασταθεί πλήρως στην καθημερινότητά μας. Τα capital controls, το δημοψήφισμα και η συζήτηση περί εξόδου από το ευρώ διαμόρφωναν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, το οποίο επηρέαζε άμεσα και τις εκπαιδευτικές επιλογές. Καθώς άρχισα να κατανοώ πιο ρεαλιστικά τι απαιτείται για να ακολουθήσει κανείς τον δρόμο της παλαιοντολογίας, συνειδητοποίησα ότι προϋπόθεση ήταν οι σπουδές στη Γεωλογία, με ισχυρό υπόβαθρο στη Φυσική, τη Χημεία και τα Μαθηματικά, τομείς στους οποίους δεν διέπρεπα. Παράλληλα, ο επαγγελματικός προσανατολισμός στο ελληνικό δημόσιο σχολείο αποδείχθηκε αποσπασματικός και ανεπαρκής, αφήνοντάς με χωρίς ουσιαστική καθοδήγηση ως προς τις προοπτικές και τη σύνδεση σπουδών και αγοράς εργασίας. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, άρχισα να εξετάζω εναλλακτικές: οικονομικές σπουδές ή θεωρητικές επιστήμες. Η ιστορία με ενδιέφερε ανέκαθεν και, χωρίς να το γνωρίζω τότε, αυτή η έλξη θα αποδεικνυόταν καθοριστική.
Η «τυχαία» επιλογή που αποδείχθηκε καθοριστική
Στο τέλος της Α΄ Λυκείου βρέθηκα μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: να παραμείνω στις φυσικές επιστήμες ρισκάροντας ή να στραφώ σε άλλο επιστημονικό πεδίο. Αναζητώντας μια επιπλέον γνώμη, απευθύνθηκα στο φροντιστήριό μου, όπου μου δόθηκε ένας οδηγός σπουδών με τα πανεπιστημιακά τμήματα της χώρας.
Εκεί ξεχώρισε ένα τμήμα με τίτλο «Διαχείριση Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών», στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Η δυνατότητα εισαγωγής από θεωρητικό ή οικονομικό πεδίο, καθώς άνηκε στη Σχολή Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, η ρεαλιστική βάση εισαγωγής και κυρίως, τα μαθήματα Μουσειολογίας και Εισαγωγής στην Πολιτιστική Διαχείριση κέντρισαν το ενδιαφέρον μου. Χωρίς να το αντιληφθώ πλήρως τότε, αυτή η επιλογή έμελλε να αποδειχθεί σημαδιακή. Παράλληλα σκέφθηκα ότι τα τμήματα που πραγματευόταν τη Διοίκηση Επιχειρήσεων θα ήταν αρκετά ενδιαφέροντα ως εναλλακτική επιλογή, αν δεν περνούσα σε αυτό το τμήμα. Έτσι, επέλεξα την οικονομική κατεύθυνση και λάτρεψα το μάθημα Αρχές Οικονομικής Θεωρίας, όπου να πω την αλήθεια ήταν ο καταλύτης στο να περάσω στη σχολή που ήθελα και στις πανελλήνιες. Τελικά, έβαλα τα δυνατά μου στις πανελλαδικές και πέρασα στο τμήμα που επιθυμούσα, το οποίο είχα βάλει ως πρώτη επιλογή.
Φοιτητική εμπειρία, ενασχόληση με την αρχαιολογία και πρώτες ρωγμές
Το τμήμα στεγαζόταν στο Αγρίνιο, γεγονός που από νωρίς ανέδειξε δομικές αδυναμίες: εγκαταστάσεις σε κακή κατάσταση, αίσθηση ακαδημαϊκής απομόνωσης και περιορισμένη διασύνδεση με άλλα τμήματα. Το πρόγραμμα σπουδών του πρώτου έτους ήταν γενικό και ετερόκλητο, χωρίς σαφή κατεύθυνση, γεγονός που δημιουργούσε σύγχυση ως προς το πραγματικό αντικείμενο του τμήματος από πολύ νωρίς. Παράλληλα, άρχισαν να διακινούνται φήμες περί κατάργησης και μεταφοράς σχολών από το Αγρίνιο στη Πάτρα, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν με επίσημες ανακοινώσεις. Δυστυχώς, οι αντιδράσεις των φοιτητών ήταν χλιαρές λόγω πελατειακών συμφερόντων συνδικαλιστών με ορισμένους καθηγητές όπως αποδείχθηκε αργότερα. Εκείνη τη περίοδο, ήθελα και πρακτική εμπειρία πάνω στο κλάδο αρχαιολογίας- πολιτιστικής κληρονομιάς. Έτσι, το καλοκαίρι του 2019–2020 συμμετείχα σε αρχαιολογικές ανασκαφές και εργάστηκα ως ξεναγός για ξένες αρχαιολογικές αποστολές.
Η εμπειρία αυτή υπήρξε αποκαλυπτική: Εκεί ήρθα για πρώτη φορά σε άμεση επαφή με τη πραγματικότητα όπου ο κλάδος της αρχαιολογίας-πολιτιστικής κληρονομίας βιώνει στην Ελλάδα. Διαπίστωσα πόσο συχνά η πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη και αυτάρκης ως δαπάνη με δημόσιο χρήμα μόνο, χωρίς ουσιαστική μέριμνα για τη σύνδεσή της με την κοινωνία, τον επισκέπτη, τη σύγχρονη ζωή και ακόμα περισσότερο την αγορά. Παράλληλα, έγινε εμφανής η κυριαρχία ενός γραφειοκρατικού και πελατειακού μοντέλου, όπου η αρχαιολογία (και η ιστορία ως ενα βαθμό) λειτουργεί περισσότερο ως κλειστό επαγγελματικό πεδίο με βαθιές εξαρτήσεις από κόμματα παρά ως ζωντανό κοινωνικό αγαθό. Αυτό ήταν εμφανές και από τη στάση των αρχαιολόγων απέναντι στα ευρήματα, όπου τα θεωρούσαν απόλυτα κεκτημένα τους. Αυτές οι πρώτες εμπειρίες μου άφησαν πολύ κακή εντύπωση και μου δημιούργησαν τα ερωτήματα αν ήθελα πραγματικά να ασχοληθώ με αυτό το κλάδο επαγγελματικά.
Από την αρχαιολογία στη διαχείριση
Η οριστική ανακοίνωση της κατάργησης του τμήματος και η μετονομασία του σε Ιστορικό–Αρχαιολογικό ενίσχυσαν το αίσθημα αβεβαιότητας, αλλά ταυτόχρονα λειτούργησαν ως καταλύτης αναστοχασμού. Μία νέα εκ νέου κατάληψη με έφεραν αντιμέτωπο με το εσωκομματικό έλεγχο φοιτητών μέσα στο πανεπιστήμιο αλλά και καθηγητών, ηγήθηκα μια μεγάλη προσπάθεια επανίδρυσης του τμήματος ΔΠΠΝΤ μαζί με άλλους φοιτητές που δυστυχώς στο τέλος αποδείχθηκε άκαρπη. Όχι γιατί δεν κάναμε τα πάντα που περνούσε από το χέρι μας, αλλά δυστυχώς γιατί οι πολιτικοί που δήλωναν ότι μας στηρίζουν, στη πράξη τους ενδιέφεραν, όχι η ύπαρξη ενός ακαδημαϊκού τμήματος στο Αγρίνιο αλλά μόνο οι ψήφοι και τα αλισβερίσια. Αλλά σε αυτά τα γεγονότα θα αναφερθώ σε επόμενο άρθρο.
Εκείνη την περίοδο παράλληλα, ήρθα σε πιο ουσιαστική επαφή με τα μαθήματα Μουσειολογίας και Πολιτιστικής Διαχείρισης. Αν και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, ανέδειξαν ένα κρίσιμο κενό: έθεταν καίρια ερωτήματα χωρίς να προσφέρουν σαφή εργαλεία απάντησης. Γιατί επισκέπτεται κανείς ένα μουσείο; Ποια κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία παράγει το μουσείο; Πώς σχεδιάζεται συνειδητά μια πολιτιστική εμπειρία και για ποιον ; Η αρχαιολογία και η διαχείριση πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως τη γνώρισα τόσο ακαδημαϊκά όσο και στο πεδίο, έμοιαζε να σταματά στη διατήρηση και την τεκμηρίωση, χωρίς να απαντά στο «μετά»: μετά την ανασκαφή, μετά τη δημοσίευση, μετά το μουσείο. Εκεί ακριβώς, άρχισε να γίνεται ορατό το κενό που καλείται να καλύψει η πολιτιστική διαχείριση όχι μόνο στη πολιτιστική κληρονομία αλλά και στο σύγχρονο πολιτισμό.
Επιπλέον, το μάθημα Αρχές Οικονομικής Θεωρίας, με το οποίο είχα ήδη έρθει σε επαφή στην Γ’ Λυκείου λόγω των πανελλαδικών εξετάσεων όπως προανέφερα, λειτούργησε ως ερμηνευτικό κλειδί. Μέσα από αυτό άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον πολιτισμό όχι μόνο ως φορέα νοήματος, αλλά και ως σύστημα αξίας, επιλογών, πόρων και βιωσιμότητας. Η πολιτιστική δραστηριότητα δεν είναι αυτονόητη επιπλέον απαιτεί σχεδιασμό, στρατηγική και κατανόηση του κοινού της. Η περαιτέρω προσωπική μελέτη, κυρίως μέσω ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας, με οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι αυτό που με ενδιέφερε πραγματικά δεν ήταν η διαχείριση πολιτιστικής κληρονομιάς καθαυτή, αλλά η διαχείριση του πολιτισμού συνολικά.
Δηλαδή πέρα από τη πολιτιστική κληρονομιά, άρχισε να με ενδιαφέρει, πώς ο σύγχρονος πολιτισμός αποκτά κοινωνικό νόημα, οικονομική βιωσιμότητα και σύγχρονη παρουσία. Εκεί άρχισε να διαμορφώνεται, σταδιακά αλλά συνειδητά, η ταυτότητά μου ως πολιτιστικού διαχειριστή. Ακόμη περισσότερο, έγιναν ξεκάθαρα τα πράγματα όταν πραγματοποίησα τις μεταπτυχιακές σπουδές μου στο εξωτερικό συγκεκριμένα στη Σουηδία, Lund University, Service Management- Culture and Creativity Management πάνω στο αντικείμενο, όπου είχα πλέον ένα μέτρο σύγκρισης, στο πως, αντιμετωπίζεται ως επιστημονικό πεδίο η πολιτιστική διαχείριση, στην Ελλάδα και πώς στο εξωτερικό.
Συμπερασματικά
Ολοκληρώνοντας τις προπτυχιακές σπουδές μου, βρέθηκα αντιμέτωπος με μια ελληνική πραγματικότητα όπου η πολιτιστική διαχείριση συχνά παρερμηνεύεται ή απορροφάται από συγγενείς αλλά διαφορετικούς κλάδους, καθιστώντας δύσκολη την επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων. Επιπλέον καθίσταται πλέον η ανάγκη ύπαρξης, ενός forum με προτάσεις από ανθρωπιστικές, από κοινωνικές σπουδές (π.χ οικονομία, διοίκηση, ψυχολογίασυμπεριφορικές επιστήμες) ώστε να προταθούν προς τη πολιτεία οι πιο ισχυρές λύσεις για την ανάπτυξη της ΠΔ ως επιστημονικό πεδίο, αφού η τεχνολογία στην Ελλάδα τουλάχιστον λειτουργεί επικουρικά και δεν διαμορφώνει κάποιο πεδίο. Επιπλέον το forum θα λειτουργεί με όρους που θα αναγνωρίζει και θα αποκλείει στρεβλώσεις προερχόμενες από συντεχνιακά, κομματικά, τοπικά και άλλα συμφέροντα. Η ανάγκη, λοιπόν, να αποσαφηνιστεί τι είναι, και τι δεν είναι, η πολιτιστική διαχείριση στην Ελλάδα καθίσταται επιτακτική.
Πηγή: Η προσωπική ανακάλυψη της ταυτότητας του πολιτιστικού διαχειριστή



